Βρισκόμαστε ήδη, εδώ και πάρα πολύ καιρό στη δίνη μιας εξαιρετικά σοβαρής κρίσης. Κάθε ένας και κάθε μια μπορεί να προσδώσει στην κρίση αυτή, τις αιτίες που πιστεύει ότι την γεννούν, αλλά ταυτόχρονα μπορεί και να την ονομάσει με τον τρόπο που επίσης επιθυμεί. Μια είναι η ουσία που μένει από όλο αυτό, η οποία είναι αδιαμφισβήτητη και δεν μπορεί να αναιρεθεί από κανέναν. Η οικονομική κρίση μετατρέπεται με γρήγορους ρυθμούς σε βαθειά κοινωνική κρίση. Μεγάλες ομάδες του πληθυσμού σε όλες τις χώρες του κόσμου και στην Ελλάδα, περνούν σχεδόν στο περιθώριο. Η μεγαλύτερη μορφή ανισότητας είναι αυτή της ανεργίας. Είναι η μορφή που γκετοποιεί τους ανθρώπους, τους αποκόπτει από το κοινωνικό ιστό τους, χτυπάει απ’ ευθείας στην αξιοπρέπεια και στην αυτοπεποίθησή τους. Είναι το μεγάλο ζήτημα που πρέπει να απασχολήσει όλους όσους αποφασίζουν πολιτικές γύρω από τα θέματα αυτά.
Μια τέτοια περίπτωση άμεσης και μαζικής ανεργίας, μια περίπτωση που πολλοί άνθρωποι σε μια ημέρα καλούνται να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους, είναι η περίπτωση των εργαζόμενων στην εταιρεία ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ.
Παραθέτουμε ένα σημείωμα το οποίο έχει γραφεί και δημοσιευτεί στο «Έψιλον» της Ελευθεροτυπίας της Κυριακής 15/11/09. Συνυπογράφουμε ανεπιφύλακτα το σημείωμα του Στάθη Αλαφογιάννη. Ταυτόχρονα ενώνουμε και εμείς τη φωνή μας στο αίτημά τους, να βρεθεί άμεση και ουσιαστική λύση στο πρόβλημα των δεκάδων αυτών εργαζόμενων, καθώς και όλων των άλλων ανθρώπων που ζητάνε το αυτονόητο. Δηλαδή το δικαίωμα στην εργασία.
ACT4CHILDREN
Σκέψεις ενός απολυμένου της Ασπίς Πρόνοια
Ξεκίνησε πάλι να βρέχει. Όχι ακόμα δυνατά, αλλά αυτό το ενοχλητικό ψιλοβρόχι, που πότε δυναμώνει, πότε ημερεύει. Τα πρωινά γεμίζουν συνήθως με τηλέφωνα από και προς συναδέλφους. Τα συνηθισμένα, τι έγινε, μάθατε τίποτα; ακούσατε κανένα νέο; είπαν τίποτα, θα πάρουμε κανένα φράγκο;
Αυτά συζητάμε , μέρες τώρα με τους συναδέλφους. Ακόμη και με παιδιά που δουλεύαμε στον ίδιο όροφο, αλλά ποτέ πριν δεν είχε τύχει να μιλήσουμε, τίποτα παραπάνω από ένα γεια. Τώρα το κινητό μου έχει γεμίσει από τα τηλέφωνα συναδέλφων.
Πρώην συναδέλφους δηλαδή, ακόμη δεν μπορώ να το πιστέψω ότι πλέον είμαστε άνεργοι.
Συνάδελφος. Τι λέξη κι αυτή!!! Συν και αδελφός. Με πολλούς, χρόνια τώρα, νοιώθαμε έτσι. Αδέλφια. Ώρες ολόκληρες μαζί, όχι οκτώ, οκτάωρο δεν υπάρχει πια, όλοι το ξέρουν, δέκα και δώδεκα ώρες. Περισσότερες απ ότι με την οικογένειά μας.
Μοιραζόμασταν τα πάντα, τα προβλήματά μας, τις αγωνίες μας, τις στεναχώριες μας, τις χαρές μας, εκεί, στο κυλικείο για το τσιγάρο, και αργότερα στο καινούργιο καπνιστήριο, που δε προλάβαμε να το δούμε με τα σκαμπό.
Κανενός ο νους ακόμη δε το χει χωρέσει, ακόμη περιμένουμε, όλοι περιμένουμε, δε ξέρουμε τι ακριβώς περιμένουμε, αλλά περιμένουμε….
Κάτι, ένα νέο, ότι βρέθηκε δουλειά, ότι κάποια χρήματα θα μας δώσουν, κάτι τέλος πάντων, κάτι για να αναπτερώσει τις ελπίδες μας.
Θυμάμαι στις 22 Σεπτέμβρη, πήγα το μεσημέρι στο σπίτι μετά τη συγκέντρωση έξω από τα γραφεία.
- Που ήσουν; με ρώτησε ο γιός μου, 17 χρονών.
- Στην Ασπίδα του είπα. (δεν είχα πει τίποτα για τα γεγονότα της 21-9 στα παιδιά)
- Καλά, ακόμη ανοιχτή είναι αυτή;
- Γιατί τι ξέρεις;
- Καλά, εσύ δε ξέρεις; Ένα μήνα τώρα έχει βουίξει ο τόπος.
Ντράπηκα. Ναι, έτσι ήταν, είχε βουίξει ο τόπος.
Μα τι διάολο, πως φτάσαμε ως εδώ, τόσα χρόνια χαμπάρι δε πήραμε, τίποτα δε βλέπαμε, τίποτα δεν ακούγαμε, κοιμόμασταν όλοι κλεισμένοι στο μικρόκοσμο της Κηφισίας, στο γυάλινο κλουβί της εταιρίας του φαίνεσθε και όχι του είναι;
Αυτό μας ρωτάνε, αυτό ρωτάμε κι εμείς τους εαυτούς μας.
Κοιτούσαμε, μα δε βλέπαμε.
Ακούγαμε, μα δεν αφουγκραζόμασταν.
Ναι, ο καθένας κάτι είχε ακούσει, κάτι του είπαν, κάτι διάβασε κάπου, αλλά κανένας ή μάλλον ελάχιστοι ήταν αυτοί που ήξεραν τι ακριβώς γινόταν. Λίγοι είχαν όλο το πάζλ συμπληρωμένο.
Τα κομμάτια τα δικά μας, ήταν τα περιφερειακά, αυτά που συνήθως κρατάς στο χέρι και δε ξέρεις τι να τα κάνεις, που ταιριάζει.
Εμείς ανταλλάσαμε απλά ότι ακούγαμε, και συνήθως πάντα απ αυτά που ακούς, διαλέγεις να κρατήσεις, αυτά που θέλεις να κρατήσεις, αυτά που θρέφουν την ελπίδα.
Εμείς είχαμε τα δικά μας προβλήματα, περιμέναμε να έρθει το mail από τη μισθοδοσία, περιμέναμε να πληρώσουμε τα ενοίκια, τα φροντιστήρια, τα δάνεια τις κάρτες, το σουπερμάρκετ, να πάρουμε κάτι στα παιδιά.
Τα παιδιά.
Τι να πεις στα παιδιά, πώς να τα κοιτάξεις στα μάτια, πως θα τους πάρεις το δώρο για τα γενέθλια, για τη γιορτή.
Πώς να κρυφτείς απ´ τα παιδιά; Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα, που λέει κι ο Σαββόπουλος.
Δε θέλω να σκέφτομαι ότι Αϊ Βασίλης φέτος δε θα ΄ρθει. Κάτι πρέπει να σκεφτούμε, να μη παγώσουμε το όνειρο, την ελπίδα και στα παιδιά μας. Ξέρω, θα ΄ρθει και πάλι, κάτι θα γίνει, κάτι θα σκεφτούμε, κάθε γονιός, σα πλησιάσει η ώρα, κάτι θα σκεφτεί, κάτι θα κάνει. Ίσως φέτος να πάρει καλύτερο δώρο σε κάποια άλλα παιδάκια, που πέρσι δε πήραν, τι να κάνει κι αυτός ο Άγιος, ένας είναι, τι να προλάβει.
Έρχεται χειμώνας, κρύο, μα πιότερο κι απ’ τα κρύα του χιονιά, της ψυχής το πάγωμα φοβάμαι. Αυτό το πάγωμα που θαρρείς και κρυσταλλώνει το όνειρο, την ελπίδα, το συναίσθημα, την αξιοπρέπεια.
Και τον περσυνό χειμώνα δύσκολα τον βγάλαμε, αλλά ελπίζαμε, περιμέναμε, τουλάχιστον ήμασταν εκεί, όλοι μαζί, και παίρναμε κουράγιο ο ένας απ τον άλλον.
Όμως και τώρα, δεν είμαστε μόνοι, έχουμε ο ένας τον άλλον, για να νικήσουμε την απογοήτευση, το κατήφορο, την απαισιοδοξία, το φόβο, το τσαλάκωμα της ψυχής.
Μη φοβάσαι ότι και να γίνει μη φοβάσαι
φτάνει μόνο αληθινός να ξέρεις να ΄σαι
μη φοβάσαι ότι και να γίνει μη φοβάσαι
φτάνει μόνο να μην κοιμάσαι. (TXC, Μη φοβάσαι, 1997)
Κι εμείς κοιμηθήκαμε. Πέσαμε κι εμείς στο λήθαργο της βόλεψης τόσα χρόνια.
Περιμέναμε κάθε πρώτη και δεκαπέντε να μπει ο μισθός.
Ακούγαμε για ανέργους, για δουλειές που έκλειναν, για το Λαναρά, τη Sex Form, τα μεταλλουργεία Κορίνθου, τα κλωστήρια Πρεβέζης, τη Softex, την ΕΟΣ. Τους λυπόμασταν αλλά δε μπορούσαμε να τους νοιώσουμε. Όπως και όσοι τώρα δουλεύουν δε μπορούν να νοιώσουν εμάς.
Μακάρι όλα αυτά να τελειώσουν καλά για όλους, να μείνει σαν ένας εφιάλτης που με του ήλιου το χαμόγελο το πρώτο, σα σύννεφο σκορπίζει.
Μακάρι να πάρουμε ένα μάθημα ζωής, απ αυτά που δε μαθαίνουμε ούτε στα σχολειά, ούτε και στα γραφεία. Να μάθουμε να είμαστε υποψιασμένοι, ψαγμένοι, ξύπνιοι, άγρυπνοι να κάνουμε τη δική μας μικρή επανάσταση στη ψυχή, στη καρδιά.
«Ο επαναστατημένος άνθρωπος -έλεγε ο Μιχάλης Ράπτης, ο Πάμπλο- είναι ο πιο ολοκληρωμένος τύπος ανθρώπου και ο πιο υγιής. Ο ιδιώτης, αντίθετα, που ομφαλοσκοπείται, πάσχει από νευρώσεις... Τώρα που αποχαιρετάμε την Αλεξάνδρεια, μπορούμε να πούμε πως η ζωή ήταν αρκετά πλήρης για μας, αρκετά ικανοποιητική ώστε να μην αποδέχεται πλέον καμιά ψεύτικη παρηγορία...».
Στάθης Αλαφογιάννης